του Νικόλα Ασηθιανάκι.
Οταν συνήλθε η Άκουα δεν θυμόταν τίποτα,
Ούτε πως είχε βρεθεί εκεί.
Αλλά ούτε και ακριβώς που βρίσκεται.
Ενα δυνατό λευκό φως την τύφλωνε και έκανε τα μάτια της να πονάνε.
Τα έκλεισε και προσπαθούσε να σκεφτεί πως βρέθηκε εκεί.
Είδε δύο σκιές να ξεπροβάλουν μέσα απο το φώς.
«Δεν μπορώ να δώ,πονάνε τα μάτια μου κλείστο».
«Εξεταστικό φώς κλειστό» είπε επιτακτικά…